ἔκσκευος

ἔκσκευος, ον,
A without equipment, without mask, Sch.Ar.Av.95.
II ἔ. πρόσωπα special masks, Poll.4.141 ; but ἔκσκευα· τὰ παρεπόμενα πρόσωπα ἐπὶ σκηνῆς, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκσκευος — ἔκσκευος, ον (Α) θεατρ. 1. αυτός που δεν έχει σκευή, δηλ. θεατρική ενδυμασία 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἔκσκευα «τὰ παρεπόμενα πρόσωπα ἐπί σκηνῆς» (Ησύχ.) …   Dictionary of Greek

  • ἔκσκευος — without equipment masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκσκευα — ἔκσκευος without equipment neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.